Δημοσιογραφία του payroll, και άλλες όμορφες εξισώσεις
Το να βρίσκεσαι σε ένα payroll, πραγματικά στις μέρες μας, δεν το βλέπουμε ως κάτι τόσο κακό.
Έχουν ξεφύγει οι τιμές στα σουπερμάρκετ και τα καύσιμα, άμα είσαι δημοσιογράφος και έχεις οικογένεια, πραγματικά μετράς και το εικοσαρικο (τυχαίο παράδειγμα) και τους καταλαβαίνουμε.
Σίγουρα δεν είναι ο,τι καλύτερο, αφού η δημοσιογραφία, πρώτα απ'όλα είναι λειτούργημα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια χώρα που σαρώνει τις πρωτιές (από την ανάποδη) στο κομμάτι της ελευθερίας του τύπου: για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, η Ελλαδίτσα μας, που δε σταματά να μας κάνει περήφανους σε κάτι τέτοια, βρίσκεται τελευταία στην κατάταξη στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας Τύπου, ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και παγκόσμια δεν τα πηγαίνει άσχημα, με το νούμερο 89, αλλά εκεί έχουμε μέλλον ακόμα, Τιτάνες όπως το Τσαντ, το Σουδάν, και το Τζιμπουτί δεν αστειεύονται, και αν θέλουμε να διεκδικήσουμε την παγκόσμια πρωτιά, πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι, και να συνεχίσουμε να γράφουμε κατευθυνόμενα.
Πάντως, βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο, και αν τα στοιχεία αφορούν δημοσιογραφία της πολιτικής σκηνής, εννοείται ότι ο χώρος του αθλητικού ρεπορτάζ, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.
Ούτως ή άλλως, αν είναι κάτι το οποίο χαρακτηρίζει τα media, είναι μία συνθήκη που θυμίζει έντονα καρτέλ, καθώς στην πλειοψηφία τους, ελέγχονται από συγκεκριμένους επιχειρηματίες και ομίλους, οι οποίοι είναι αυτοί που επιβάλουν τους δικούς τους κανόνες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, καλούμσστε να συνυπάρξουμε στην καθημερινότητα μας, με ανθρώπους οι οποίοι μας έλεγαν ότι το μόνο που έχει πληρώσει ο Τέλης Μυστακίδης είναι τα 15€ του κούριερ, ότι η διχόνοια έρχεται μόνο από τη μια πλευρά, ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να πουληθεί ο Κωνσταντέλιας (και "ποιος είναι αυτός ο Λουπερ;"), ότι ήρθαν οι νεόπλουτοι να χαλάσουν την ομάδα του Χατζόπουλου (και "μήπως δε βγούμε ούτε Ευρώπη; Να, απλά ρωτάω εγώ"), και όταν ακούμε και διαβάζουμε όλα αυτά, συνήθως με το ύφος του γιού του γ@μαω, ίσως δεν θα έπρεπε να μας έκανε εντύπωση τίποτα.
Κι όμως, οι ίδιοι άνθρωποι, κατάφεραν να ρίξουν το επίπεδο ακόμα και πιο κάτω από το δάπεδο, εξισώνοντας τον Τρινκιέρι, με τον Λίσι.
Χωρίς να έχουμε τίποτα προσωπικό με τον (κατά τα άλλα συμπαθή) Αλέσιο.
Αλλά η σύγκριση, ακόμα και για αυτό το σιναφι, είναι σοκαριστική.
Μιλάμε για Αντρέα Τρινκιέρι, και Αλέσιο Λίσι, δεν ξέρουμε αν το καταλάβατε.
Έναν προπονητή ο οποίος δέκα χρόνια τώρα δουλεύει σταθερά στην Ευρωλίγκα, και παρουσιάζει σταθερά ομάδες οι οποίες εκτός του ότι είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μπασκετικά πρότζεκτ, είχαν όλες κάτι το καινούριο να φέρουν στο άθλημα, με έναν προπονητή που το βιογραφικό του μπορεί άνετα να γραφτεί πάνω σε ένα Καρέλια κασετίνα.
Έναν προπονητή που ξέρουμε ότι όσο κι αν δυσκολεύεται επί του παρόντος, νομοτελειακά θα τη βρει την άκρη, με έναν που η ζωή και η καριέρα του όλη, ξεκινά και τελειώνει στο "θαύμα της Μιράντες".
Έναν προπονητή, τέλος, ισχυρή προσωπικότητα, και κεφάλαιο για το ίδιο το άθλημα, με έναν προπονητή που αν τον έφερνε ο Βόλος το καλοκαίρι, ήδη θα μας είχε κουνήσει μαντήλι, και το πιθανότερο, να τον βλέπαμε αργότερα μέσα στη σεζόν, στον Πανσερραϊκό.
Γιατί; Γιατί έτσι δημιουργείται κλίμα. Έτσι πιάνουμε τον Μάκη από την Εφταλοφο που ούτως ή άλλως νομίζει ότι το pick and roll είναι παρακλάδι της rock μουσικής, έτσι συντηρούμε μία μίρλα και μια γκρίνια στα σόσιαλ (μαζί με τα ίδια στημένα προφίλ που γράφουν τα ίδια και τα ίδια σε κάθε ανάρτηση που αφορά το μπάσκετ), έτσι φέρνουμε έναν εκνευρισμό σε ένα κομμάτι του λαού που έχει αυτούς τους τύπους για Ευαγγέλιο, και αφού το λένε αυτοί, έτσι θα είναι.
Πιάσαμε τον πάτο του βαρελιού, και τον ξύνουμε.
Κάντε τα κουμάντα σας, απομονώστε τους σιτιζόμενους οι οποίοι προσφέρουν μόνο τοξικότητα, και καλλιεργήστε τη δική σας κριτική σκέψη.
Μάκη από την Εφταλοφο, δε χρειαζεσαι κανέναν σιτιζόμενο να σε πει τι βλέπεις. Τhink και λίγο outside the box ναούμε.
