Caps Lock Nation



«Τα social media δίνουν δικαίωμα λόγου σε λεγεώνες ηλιθίων, που πριν μιλούσαν μόνο στο μπαρ, μετά από ένα ποτήρι κρασί, χωρίς να βλάπτουν την κοινότητα. Τους έκαναν αμέσως να σωπάσουν, ενώ τώρα έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με έναν νομπελίστα».


Ουμπέρτο Έκο, Τορίνο, Ιούνιος του 2015, λίγο αφού είχε πάρει ένα ακόμη επίτιμο διδακτορικό, στην Επικοινωνία και την Κουλτούρα των ΜΜΕ (λολ). Οκτώ μήνες αργότερα έφυγε από τη ζωή. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν άντεξε να δει τι ακολούθησε.


Πριν πάρουμε φόρα, γιατί αυτό το κείμενο έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει το πιο υποκριτικό που έχει ανέβει ποτέ σε αυτήν εδώ τη γωνιά, ας παραδεχτούμε εμμέσως πως είμαστε κι εμείς κομμάτι του προβλήματος. Γράφουμε στο ίντερνετ, για το ίντερνετ, με απόψεις που πολλές φορές πατάνε πάνω σε κάλους. Έχουμε κι εμείς γράψει πράγματα σε στιγμές θυμού που, αν τα ξαναδιαβάζαμε σήμερα, θα κοκκινίζαμε. Δεν είμαστε η φωνή της λογικής που κατεβαίνει από το βουνό με τις πλάκες. Είμαστε κι εμείς εκεί μέσα, στη λάσπη, απλά με λίγο περισσότερη επίγνωση ότι, ναι. Λάσπη είναι.


However...

Αυτό που ζήσαμε χθες το βράδυ, από το 34:59 και μετά, και που συνεχίζεται ακόμα ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν είναι κριτική. Δεν είναι καν θυμός. Είναι κάτι άλλο.


Είναι ο Ανέστης από τα Γιαννιτσά, που δεν έχει δει ούτε ένα ματς της Μπαχτσεσεχίρ στη ζωή του, και ξέρει με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο Τρινκιέρι είναι απατεώνας. Είναι το αγνό ΠΑΟΚτσάκι από το Κορδελιό, που την προηγούμενη Τετάρτη έγραφε «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» και τώρα ζητάει να τον πάμε στο αεροδρόμιο με τα πόδια. Είναι ο λογαριασμός με την Eλληνική σημαία και τον Μέγα Αλέξανδρο, να παίζει τάβλι με τον Παύλο Μελά
(και τον Λεωνίδα / Τζέραρντ Μπάτλερ να παρακολουθεί με έναν φραπέ στο χέρι - εξαιρετική χρήση ΑΙ. Χαλάλι τα δεκαεφτά δέντρα που θυσιάστηκαν για αυτή την εικόνα) για φωτογραφία προφίλ και 14 followers, που απαντάει σε ΚΑΘΕ ανάρτηση ΚΑΘΕ σελίδας με την ίδια φράση. Είναι αυτός που γράφει «ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΑΛΛΟ ΜΠΑΣΚΕΤ» κάτω από το πρώτο highlight, και μετά γράφει άλλα σαράντα σχόλια κάτω από τα επόμενα highlights που δεν βλέπει.


Και η λίστα μπορεί να συνεχίζεται για ώρες.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, γιατί, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, όλο αυτό έχει εξήγηση. Και μάλιστα πολύ παλιότερη από το Facebook.


Το 1895, ένας Γάλλος γιατρός ονόματι Γκιστάβ Λε Μπον έγραψε την «Ψυχολογία των μαζών». Η βασική του ιδέα, για να μην μπούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες, ήταν ότι μέσα στο πλήθος ο άνθρωπος παύει να είναι ο εαυτός του. Χάνει την ατομική ευθύνη, παίρνει θάρρος από τον αριθμό, και κάνει πράγματα που μόνος του δεν θα έκανε ποτέ. Ο Λε Μπον δεν ήταν και κανένας προοδευτικός άνθρωπος (κάθε άλλο, να το πούμε κι αυτό), αλλά αυτό που περιέγραψε το βλέπουμε κάθε Σάββατο σε οποιαδήποτε κερκίδα. Και τώρα το βλέπουμε και στα κινητά μας. Μόνο που η κερκίδα του ίντερνετ δεν αδειάζει ποτέ. Δεν κλείνει στις 11 το βράδυ. Δεν έχει κόσμο που φεύγει για να προλάβει το λεωφορείο.


Fast forward στο 2004. Ένας Αμερικανός ψυχολόγος, ο Τζον Σούλερ, περιγράφει αυτό που ονόμασε «online disinhibition effect», το φαινόμενο της διαδικτυακής απελευθέρωσης από τις αναστολές. Πίσω από μια οθόνη, λέει, δεν σε βλέπει κανείς, δεν βλέπεις κανέναν, δεν χρειάζεται να απαντήσεις αμέσως, και ο άλλος καταλήγει να είναι μια φωνή μέσα στο κεφάλι σου, όχι ένας άνθρωπος με μάνα και παιδιά. Κοινώς, όλα τα φρένα που μας έβαλε η κοινωνία για να μη βρίζουμε τον άλλον κατάμουτρα στο καφενείο, εδώ απλά δεν υπάρχουν.


Έχει απαντηθεί δηλαδή ήδη το ερώτημα μας; Είναι μια εύκολη και βολική εξήγηση, ότι στο ίντερνετ γράφουν κάποιοι «τρελοί», μια μειοψηφία αρρώστων με το πληκτρολόγιο; Μμμ, και ναι, και όχι.


Το 2017, ερευνητές από το Στάνφορντ και το Κορνέλ έκαναν ένα πείραμα με 667 ανθρώπους. Άλλοι έλυσαν ένα εύκολο τεστ, άλλοι ένα πολύ δύσκολο που τους χάλασε τη διάθεση. Μετά τους έβαλαν να σχολιάσουν το ίδιο άρθρο. Κάποιοι είδαν από πάνω τρία τοξικά σχόλια, κάποιοι τρία ουδέτερα. Με καλή διάθεση και ουδέτερα σχόλια, περίπου το 35% έγραψε κάτι τοξικό. Με κακή διάθεση ή τοξικά σχόλια από πάνω, το ποσοστό ανέβηκε στο 50%. Με τα δύο μαζί, στο 68%.


Το ξαναγράφουμε. 68%. Σχεδόν επτά στους δέκα κανονικούς ανθρώπους.


Ο τίτλος της έρευνας; «Anyone can become a troll». Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει τρολ. Αρκεί μια κακή μέρα και ένα κακό παράδειγμα από πάνω του. Και τώρα σκεφτείτε τι είναι το Facebook μετά από μια ήττα με τρεις πόντους στην Πόλη: δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι με την κακή μέρα της ζωής τους, που ανοίγουν μια ανάρτηση και βλέπουν από πάνω το «ΤΈΛΗ ΔΙΏΞΕ ΤΟΝ ΙΤΑΛΌ». Το πείραμα, χωρίς υπερβολή, γίνεται ζωντανά, μπροστά στα μάτια μας.


Δεύτερο εύρημα, ακόμα πιο άβολο. 

Δεν γράφουν όλοι. Γράφουν πολύ λίγοι, πάρα πολύ. Το 2019 το Pew Research Center μέτρησε ότι στις ΗΠΑ το 10% των πιο ενεργών χρηστών του Twitter παρήγαγε το 80% των tweets. Ο μέσος χρήστης έγραφε δύο φορές τον μήνα. Οι «πρωταθλητές» 138. Δηλαδή αυτό που βλέπουμε ως «ο κόσμος του ΠΑΟΚ» στο ίντερνετ είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μια μικρή, πολύ φωνακλάδικη μειοψηφία. Οι υπόλοιποι είδαν το ματς, στενοχωρήθηκαν, γκρίνιαξαν στην παρέα τους, και πήγαν για ύπνο. Το «πόπολο» απλά δεν γράφει.


Και ποιος τα ανεβάζει όλα αυτά στην κορυφή; 

Ο αλγόριθμος, καλά μας παιδιά. 

Το 2017 μια ομάδα από το NYU ανέλυσε πάνω από μισό εκατομμύριο tweets και βρήκε ότι κάθε λέξη με ηθικό και συναισθηματικό φορτίο (ντροπή, προδοσία, αίσχος, τέτοια) ανέβαζε τις αναδημοσιεύσεις κατά περίπου 20%. Το 2021 το Κέιμπριτζ ανέλυσε 2,7 εκατομμύρια αναρτήσεις σε Facebook και Twitter και βρήκε κάτι ακόμα χειρότερο: κάθε λέξη που αφορούσε τους «άλλους», τον αντίπαλο, τον εχθρό, ανέβαζε τις πιθανότητες να κοινοποιηθεί μια ανάρτηση κατά 67%. Οι θετικές λέξεις, αντίθετα, τις μείωναν.


Οπότε; Οπότε το ίντερνετ δεν είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Είναι παραμορφωτικός καθρέφτης. Από αυτούς στα λούνα παρκ, που σε κάνουν να φαίνεσαι τρία μέτρα ψηλός και σαράντα πόντους φαρδύς. Αυτό που ουρλιάζει περισσότερο ανεβαίνει, αυτό που ανεβαίνει το βλέπουν περισσότεροι, και αυτό που βλέπουν περισσότεροι το αντιγράφουν οι επόμενοι. Και ο κύκλος κλείνει. 

Ή μάλλον, δεν κλείνει ποτέ.


Υπάρχει και το κομμάτι της αποψάρας. Η ανάγκη να έρθει ο καθένας να επιβάλει την άποψή του στον άλλον, όχι να τη μοιραστεί. 

Εδώ οι επιστήμονες έχουν βγάλει ένα σωρό ονόματα (το πιο γνωστό είναι το φαινόμενο Ντάνινγκ–Κρούγκερ, όπου όσο λιγότερα ξέρεις για κάτι, τόσο πιο σίγουρος είσαι γι' αυτό), αλλά εμείς θα προτιμήσουμε τον νόμο του Μπραντολίνι, ενός Ιταλού προγραμματιστή (Ιταλός κι αυτός, συμπτώσεις): η ενέργεια που χρειάζεται για να αποδείξεις ότι μια μπoύρδα είναι μπούρδα, είναι κατά μία τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ενέργεια που χρειάστηκε για να γραφτεί.


Δέκα φορές. Για κάθε «ΤΙ ΤΟΝ ΘΕΛΑΜΕ ΤΟΝ ΟΣΜΑΝ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΒΑΖΕΙ ΣΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ», κάποιος πρέπει να κάτσει να γράψει παράγραφο ολόκληρη ότι ο Οσμάν έβαλε 12 από τους 23 στο τελευταίο δεκάλεπτο. Και μέχρι να τη γράψει, έχουν ανέβει άλλα δέκα.


Εδώ μπαίνει και η γενιά μας. Όσοι γράφουμε σε αυτήν εδώ τη σελίδα είμαστε, τεχνικά, millennials (με ωροσκόπο Generation X) από τους πρώτους που μεγαλώσαμε με το ίντερνετ, αλλά όχι μέσα στο ίντερνετ. Θυμόμαστε την εποχή που για να διαφωνήσεις με κάποιον για τον ΠΑΟΚ έπρεπε να είσαι στο ίδιο καφενείο, ή, για τους πιο ψαγμένους, στο ίδιο φόρουμ, με moderator που σε έδιωχνε αν έβριζες. Και είναι κάπως ειρωνικό ότι ακριβώς αυτή η γενιά, που έμαθε να ζει με τους κανόνες του έξω κόσμου, είναι αυτή που μεταφέρει πια στο ίντερνετ τα χειρότερα του καφενείου, χωρίς τα καλά του. 

Το καφενείο είχε και τον Μήτσο που σε έπιανε από τον ώμο και σου έλεγε «άσ' το, ρε, πάμε για ένα τσίπουρο». Το Facebook δεν έχει Μήτσο. Έχει μόνο κουμπί κοινοποίησης.


Και ένα τελευταίο, για όσους λένε «ρε μεγάλε, οπαδοί είμαστε, πάθος είναι». Το 1976, ο ψυχολόγος Ρόμπερτ Τσιαλντίνι μελέτησε φοιτητές σε αμερικανικά πανεπιστήμια και πρόσεξε κάτι πολύ απλό. Μετά από νίκη της ομάδας τους, φορούσαν περισσότερο τα ρούχα του πανεπιστημίου και έλεγαν «κερδίσαμε». Μετά από ήττα, έλεγαν «έχασαν». Το ονόμασε BIRGing, basking in reflected glory, λιάζομαι στη δόξα των άλλων.


Αυτό.


Το «εμείς» στη νίκη, το «αυτοί» στην ήττα. Ο Τρινκιέρι «μας» έκανε πρώτους στον όμιλο, ο Ιταλός «σας» τρώει τα λεφτά. Ναι, είναι ανθρώπινο. Ναι, το κάνουμε όλοι. Αλλά η αγάπη για μια ομάδα που δηλώνεται μόνο όταν κερδίζει, κοινώς, δεν είναι αγάπη. Είναι επένδυση. Και μάλιστα κακή.


Δεν θα κλείσουμε με κήρυγμα (έρχεται κλισέ), γιατί δεν είμαστε σελίδα διαλόγου, ούτε σχολή καλών τρόπων. Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει, όπου θέλει, και θα συνεχίσει να το κάνει, με ή χωρίς τη δική μας άδεια. Θα πούμε μόνο αυτό. Μπορείς να θυμώσεις με την ήττα. Μπορείς να κάνεις κριτική στον προπονητή, κι εμείς την κάναμε, με νούμερα και με επιχειρήματα. Μπορείς να βρίσεις την τηλεόραση, τον διαιτητή, τον DJ με τους Ούρουκ-χάι.


Αυτό που ΔΕΝ μπορείς να κάνεις πάντως, είναι να νομίζεις ότι το Caps Lock είναι επιχείρημα.


Κλείστε το.


ΥΓ. Ναι, ξέρουμε ότι οι πρώτοι που θα σχολιάσουν αυτό το κείμενο θα είναι ακριβώς αυτοί για τους οποίους γράφτηκε. Το περιμένουμε. Με πεζά, παρακαλούμε.


ΥΓ2. Η ταβέρνα στο νησί, μας λένε, άνοιξε ξανά. Μόνο για να σβήσει τα σχόλια.